Ο ληξίαρχος της πολιτικής μας ζωής απεφάνθη!!!

 

Από το πλήθος των ευρημάτων των πρόσφατων πολλαπλών δημοσκοπήσεων, το πιο ενδιαφέρον είναι αυτό που, επί της ουσίας, δείχνει το τέλος του ΠαΣοΚ. Το Κίνημα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου ενταφιάζεται κυριολεκτικά σήμερα έπειτα από τη διετή πρωθυπουργία του υιού του Γιώργου, επιστρέφοντας στα επίπεδα εκλογικής απήχησης της εποχής της ίδρυσής του. Παλαιά στελέχη του, όπως ο πρώην υπουργός Γιώργος Φλωρίδης, φτάνουν να ζητούν δημόσια την «κονιορτοποίησή» του!Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η κατανομή των διαρροών των ψηφοφόρων του Κινήματος στα άλλα κόμματα: πάνε παντού, περίπου «επαναπατρίζονται» στους χώρους από τους οποίους είχαν προέλθει. Στην ουσία, το ΠαΣοΚ παίρνει πλέον τις διαστάσεις μιας τεράστιας παρένθεσης στην ελληνική πολιτική ιστορία.

Υπό αυτή την έννοια, η μάχη που έχει ξεσπάσει στην ηγετική του ομάδα, μεταξύ του νυν προέδρου και των υποψηφίων αντικαταστατών του, δεν είναι παρά μια σύγκρουση «για ένα πουκάμισο αδειανό». Μια σύγκρουση που, όπως όλα δείχνουν, το μόνο που θα φέρει είναι η ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωση του Κινήματος και, διόλου απίθανο, θα το οδηγήσει στη θέση του τρίτου, αν όχι και του τέταρτου κοινοβουλευτικού κόμματος μετά τις επόμενες εκλογές.

Όλα αυτά, δεν είναι ούτε τυχαία ούτε παράλογα. Οφείλονται στο ότι το ΠαΣοΚ έχει την κύρια ευθύνη για το σημερινό χάλι της Ελλάδας. Όχι την αποκλειστική, αλλά αδιαμφισβήτητα την κύρια.

Και την έχει με δύο τρόπους. Αφενός επειδή με τον άκρατο λαϊκισμό της πρώτης περιόδου θεμελίωσε το τεράστιο και σπάταλο κομματικό κράτος που το κατέστησε κυρίαρχο αξιακό μοντέλο, χτίζοντας ένα μέγα ψέμα.

Και, αφετέρου, ότι με την πολιτική της τελευταίας περιόδου, υπό το βάρος της τεράστιας εξωτερικής και πραγματικής πίεσης, θέλησε μεταλλασσόμενο να πολεμήσει αυτό το ψέμα με ένα ακόμα μεγαλύτερο: με την άτακτη και πλήρη αποδόμηση, τη σαρωτική αποκαθήλωση των πάντων, κρατώντας όμως ότι το «βόλευε» από την παλιά εποχή.

Ενώ ο Γιώργος Παπανδρέου άφησε τον ιδιωτικό τομέα να διαλυθεί πλήρως τα δύο τελευταία χρόνια, ακόμα και σήμερα, το ΠαΣοΚ δεν άγγιξε το σκληρό πυρήνα του: τα παραδοσιακά ελεγχόμενα από το ίδιο συνδικάτα του κρατικού τομέα κα το λατιφούντιο του τεράστιου κράτους.

Ετσι φτάσαμε και στο απόλυτο μηδέν των αποκρατικοποιήσεων και στο άτακτο χάος της εφεδρείας.

Τώρα, υπό τραγικά δυσμενέστερους όρους για όλους, το ΠαΣοΚ θα πρέπει πια να αναμετρηθεί με τη μοίρα του.

Επί δύο χρόνια στην πραγματικότητα κορόιδευε: ούτε τη φοροδιαφυγή χτύπησε – γιατί το «σύστημα 4/4/2» που ανακαλύπτουμε «έκπληκτοι» αυτές τις μέρες δεν θα υπήρχε χωρίς τη συμμετοχή αυτού του δημοσίου -, ούτε το κράτος μείωσε εκεί που θα όφειλε, ούτε κανένα σύστημα πείραξε. Ολα, τα πλήρωσε ο «άμαχος πληθυσμός» όχι μόνον των συνταξιούχων, αλλά κυρίως ο παραγωγικός, της ελεύθερης αγοράς, τόσο από την πλευρά των εργαζόμενων, όσο και από εκείνη των επιχειρηματιών που διαλύθηκαν αμφότερες.

Αλλωστε το ΠαΣοΚ έχει στο DNA του μια «αλλεργία» με την ελεύθερη αγορά, που κι όταν κάποτε έδειξε ότι την ξεπέρασε, αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το γεγονός ότι την ανέχθηκε ως κρατικοδίαιτη «αγορά». Εκεί, πάλι το κόμμα κινούσε τα πάντα: στην ουσία, κομματική ήταν και η «νέα τάξη» επιχειρηματιών που δημιούργησε…

Τώρα, όμως, το ίδιο το ΠαΣοΚ θα πρέπει πια με το ζόρι να βάλει τη βούλα της σεισμικής μεταβολής, της αποδόμησης που ακούει στον αριθμό των 150.000 απολύσεων στο δημόσιο τομέα. Γι’ αυτό και η εφεδρεία το δίχασε χθες βαθύτατα στο υπουργικό συμβούλιο. Γιατί αυτό θα είναι και το τέλος του. Πράγμα όμως, μάλλον ασήμαντο, αφού, εντωμεταξύ, μοιάζει να έρχεται αναπόδραστα και το τέλος όλων…

Αυτή όμως δεν είναι και η φυσιολογική κατάληξη για ένα κόμμα που επί δεκαετίες και υπερήφανα, πολλά στελέχη του το αποκαλούσαν «θεσμικό»;  Πλήρως απαξιωτική για το ίδιο, αλλά, δυστυχώς, και τραγική για τον τόπο…

Η δημοσιογραφική «αποτελεσματικότητα»

  • Ο κίνδυνος της συντριβής

  • Το ΠαΣοΚ πληρώνει τον βαρύ λογαριασµό της διετίας
TO BHMA:  11/12/2011
Ο κίνδυνος  της συντριβής
Τουλάχιστον τέσσερις δηµοσκοπήσεις (διαφορετικών εταιρειών και µεθόδων µέτρησης) κατέληξαν αυτή την εβδοµάδα σε σχεδόν πανοµοιότυπα συµπεράσµατα.

Πρώτον, η Ν∆ έχει διαµορφώσει ένα σαφές και σηµαντικό προβάδισµα, το οποίο µπορεί να µη δείχνει ως τώρα δυναµική αυτοδυναµίας αλλά ούτε κλονίστηκε από τη συµµετοχή στην κυβέρνηση Παπαδήµου ή από την αλληλογραφία του Αντ. Σαµαρά µε την τρόικα.

∆εύτερον, η Αριστερά έχει αέρα στα πανιά της. Το άθροισµα όσων την αποτελούν, ακόµη κι αν δεν έχουν καµία σχέση µεταξύ τους, την καθιστά σήµερα πρώτη πολιτική δύναµη στη χώρα.

Τρίτον, η καθίζηση του ΠΑΣΟΚ συνεχίζεται, σε σηµείο που η διαφαινόµενη βαριά εκλογική ήττα µπορεί να εξελιχθεί σε πρωτοφανή εκλογική συντριβή.

Επιτρέψτε µου να πω ότι αυτό το τρίτο συµπέρασµα είναι που προσδιορίζει τα άλλα δύο. Και το ερµηνεύουν κατά απολύτως αυθεντικό τρόπο πέντε αριθµοί από τη µέτρηση της GPO.

• Το 88,8% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι τα εισοδήµατά του µειώθηκαν στη διάρκεια του 2011.

• Το 89,2% θεωρεί ότι το µνηµόνιο έχει αποτύχει. • Το 83,5% αξιολογεί αρνητικά τη διετή πρωθυπουργία του Γ. Παπανδρέου.

• Το 80,3% κρίνει αρνητικά την πρωτοβουλία του Παπανδρέου για δηµοψήφισµα.

• Το 83,7% επιδοκιµάζει την παραίτηση του Παπανδρέου από την πρωθυπουργία.

Οι αριθµοί είναι αποστοµωτικοί. Και περιγράφουν µια πολιτική και οικονοµική αποτυχία πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδοµένα. Ούτε ο Γ. Ράλλης το 1981, ούτε ο Κ. Μητσοτάκηςτο 1993, ούτε ο Κ. Καραµανλής το 2009 (για να πάρω τις πιο ακραίες περιπτώσεις…) αποχώρησαν από την εξουσία µε τέτοιον συντριπτικό απολογισµό.

Και αυτό επειδή οι ψηφοφόροι φαίνεται να ψέγουν την πρώην κυβερνητική παράταξη όχι σε ένα αλλά σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Της προεκλογικής εξαπάτησης – «λεφτά υπάρχουν!»… Της πολιτικής µετάλλαξης. Της κυβερνητικής αναποτελεσµατικότητας.

Ετσι λοιπόν το ΠΑΣΟΚ πληρώνει τον βαρύ λογαριασµό της διετίας. Και αν θέλουµε να είµαστε απολύτως ειλικρινείς, θα πρέπει να σηµειώσουµε το εξής: το κόµµα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας κινδυνεύει να υποστεί µια οδυνηρή εκλογική δοκιµασία είτε κατέβει στις εκλογές µε τον Γ. Παπανδρέου είτε όχι.

Μπορεί ο τέως πρωθυπουργός να προσωποποιεί στα µάτια των ψηφοφόρων αυτή την αποτυχία, µπορεί η αποµάκρυνσή του να εξασφαλίσει µια εκτόνωση στο θυµικό τους, αλλά τίποτε δεν προδικάζει ότι το αποτέλεσµα θα είναι εντυπωσιακά διαφορετικό. Ούτως ή άλλως το ΠΑΣΟΚ έχει υποστεί ένα βαρύτατο πολιτικό πλήγµα.

Το οποίο όµως δεν αφορά µόνο το ΠΑΣΟΚ. Είδαµε ότι η δηµοσκοπική καθίζησή του καθορίζει ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό. ∆ηµιουργεί νέους συσχετισµούς. Και γενικώς ανακατεύει τη σούπα σε πρωτοφανή βαθµό για τα ελληνικά πολιτικά πράγµατα.

Σε όλες τις εκλογικές αναµετρήσεις από το 1950 και µε µοναδική εξαίρεση το 1958, η λεγόµενη «δηµοκρατική παράταξη» (είτε ενιαία είτε διασπασµένη) πάντα κινήθηκε γύρω στο 40%. Τώρα κινδυνεύει να βρεθεί µε λιγότερα από τα µισά.

Με άλλα λόγια, το ΠΑΣΟΚ δεν απειλείται µόνο µε µια οδυνηρή εκλογική ήττα. Απειλείται κυρίως µε µια κατάρρευση που οδηγεί σε ριζική αλλαγή του πολιτικού σκηνικού. Και γι’ αυτό το ζήτηµα της ηγεσίας ή της φυσιογνωµίας του παίρνει πλέον υπαρξιακές διαστάσεις. Αν όχι για την Κυριακή των εκλογών, τουλάχιστον για την επόµενη µέρα.

Το ζήτηµα είναι αν το ίδιο το ΠΑΣΟΚ και τα στελέχη του έχουν επίγνωση του κινδύνου. Πολλοί, ασφαλώς. Αλλά δεν ξέρω αν είναι οι περισσότεροι. ∆ιότι αυτή η παρατεταµένη στάση αναµονής και η κατάσταση αβεβαιότητας µπορεί τελικά να αποδειχθούν πιο διαλυτικές και από την πιο αρνητική κυβερνητική θητεία. Είµαστε ήδη δύο µήνες πριν από την προεκλογική περίοδο και ακόµη δεν ξέρουµε ούτε µε ποιον, ούτε πώς θα πάει το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές.

Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι συµπεριφέρονται σαν να έχουν επιλέξει τον χειρότερο τρόπο για να προετοιµάσουν τις χειρότερες εκλογές. Αντί να τρέχουν, παραπατούν. Και αντί να αποφασίζουν, διαβουλεύονται. Και κάθε ηµέρα που περνάει είναι πεταµένος χρόνος για όποιον οδηγήσει το ΠΑΣΟΚ στην κάλπη – είτε είναι ο Παπανδρέου είτε κάποιος άλλος… Υποτίθεται ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ προτίθεται συντόµως να επιταχύνει τις εξελίξεις. Να το δούµε. Και να δούµε κυρίως ποιες εξελίξεις εννοεί. ∆ιότι όλοι έχουµε τη βεβαιότητα ότι υπάρχει ένα ιδιοτελές και αυτιστικό «περιβάλλον» που του καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι υπάρχουν και χρόνος και περιθώρια και επιλογές. Το ερώτηµα είναι αν εξακολουθεί ακόµη να τους ακούει.

Κι εσύ είσαι ένοχος Δανίκα!

 

 Μα τι ξεφτίλα είναι αυτή! Σαν ατομική βόμβα που πέφτει και εξοντώνει κάθε υπόληψη πολιτική. Φανταστείτε. Εδώ και αρκετές μέρες έχει ανοίξει υπόνομος στην Βουλή. Ομως ουδείς κάνει το παραμικρό ώστε η παρθενορραφή του πολιτικού προσωπικού να μην καταστραφεί. Ολόκληρη η κοινωνία πιάνει την μύτη της, το σύμπαν τους έχει σιχαθεί. Εκείνοι ατάραχοι στο ίδιο έργο όπως πριν. Από τη μια τα λεβεντόπαιδα του ΠαΣοΚ. Που πρώτα όλοι μαζί. Με καθυστερήσεις, ερασιτεχνισμούς, παλινωδίες και με τα φιρμάνια τους σταύρωσαν τον Λαό. Που τώρα τον Παπανδρέου έχουν επικηρύξει ως ένοχο μοναδικό. Ωστε να αλλάξουν οι εσωκομματικοί συσχετισμοί και οι πρωτοκλασάτοι να γίνουν στρατηγοί. Για να ανασυγκροτήσουν την παράταξη. Να την επαναφέρουν σε σοσιαλιστική, φιλολαϊκή τροχιά. Για να σώσουν την πατρίδα φυσικά. Ούτε τσίπα; Ούτε μισή. Από την άλλη οι σταυροφόροι της Νέας Δημοκρατίας. Που υπόσχονται στον ρακένδυτο και το φτωχό ότι θα προσκομίσουν τον τίμιο, της ανάπτυξης, σταυρό. Αυτοί λοιπόν ενώ μετέχουν στην κυβέρνηση σε ανώτατο βαθμό παριστάνουν τους κριτές ενός έργου που οι ίδιοι όσο μπορούν στηρίζουν και βοηθούν. Ενώ λοιπόν μπροστά στα μάτια μας ξετυλίγεται αυτή η καραφαρσάρα, με τον γνωστό τίτλο «τι έχεις Γιάννη τι είχα πάντα», αξιωματούχοι της Ελβετίας έχουν ανοίξει το καπάκι του υπόνομου κα τους έχουν ρίξει μέσα χωρίς σωσίβιο. Εστω ένα μπρατσάκι σαν αυτό με το οποίο κολυμπάει κάθε μωρό. Από το 2005 περιμένουν οι ελβετικές αρχές ώστε να ανοίξουν οι καταθέσεις οι ελληνικές. Τίποτα αυτοί. Σφυρίζουν αδιάφορα και παριστάνουν τις παρθένες τις αγνές. Αντί δηλαδή να παρατήσουν την ρητορεία και να απαιτήσουν αμέσως εδώ και τώρα τον κατάλογο των επίορκων, των απατεώνων και των προδοτών εκείνοι, ως αχτύπητοι φιλοτομαριστές, εξακολουθούν να επιδίδονται σε ρεσιτάλ υποκρισίας και κοινωνικής αναλγησίας. Στην συνείδηση κάθε πολίτη όλοι ένοχοι. Ιδιαιτέρως των δύο μεγάλων σχηματισμών. Και αυτοί που σε ξένες τράπεζες τα έχουν ακουμπήσει. Αλλά και οι συνάδελφοί τους που λόγω Ομερτά κάνουν γαργάρα τα κακουργήματα τα ελβετικά. Γιατί ο Λαός στην πείνα. Κι εκείνοι στην ντίρλα. Και ύστερα κάνουμε ότι μας ενοχλεί ο διορισμός του Γερμανού Γιόχαν Γιοακίμ Φούχτελ ως υφυπουργού Ελλάδας. Θεέ μου πόσο χαμηλά έχουμε πέσει κι εμείς. Γιατί αρκετοί εξ ημών και υμών ακόμα και τώρα εξακολουθούμε να τους εμπιστευόμαστε την ψήφο μας σαν να μην έχει μεσολαβήσει το παραμικρό. Η κατάσταση είναι τόσο εφιαλτική που ένα πράγμα σου ‘ρχεται αυθόρμητα από την οργή σου να πεις: Εκεί εκεί στην πλατεία Συντάγματος ή στο Γουδήί. Ωστε ο τόπος να ξεβρωμίσει απ’ αυτό τον υπόνομο της δικομματικής εναλλαγής και της αέναης διαπλοκής!

Κι άλλη επίθεση από… Καρακούση!

 

Αν επιστρέψει κανείς στις αρχές του Νοέμβρη και αξιολογήσει με την απόσταση του χρόνου εκείνες τις θλιβερές μέρες θα διαπιστώσει ότι η χώρα δεν κατρακύλησε απλώς στην άβυσσο, αλλά παρ’ ολίγον να παρασύρει ολόκληρη την Ευρώπη στην καταστροφή.

Ήταν η κίνηση του κ. Παπανδρέου για το δημοψήφισμα τόσο προβληματική, που ακόμη δεν έχει αναιρεθεί η επικινδυνότητά της.

Η κρίση αξιοπιστίας που προκλήθηκε τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό, από την επιλεγείσα με όρους εσωστρεφείς, σχεδόν καθαρά κομματικούς, απόφασή του, ήταν πρωτοφανής και θα καταδιώκει για πολλά χρόνια την Ελλάδα.
Υπό το βάρος της κατακραυγής τα πήρε όλα πίσω και επιστρέφοντας από τη Νίκαια βρέθηκε αντιμέτωπος με απόλυτο αδιέδοδο, που τον ανάγκασε να παραιτηθεί και να αποδεχθεί τη συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας, την οποία μέχρι την τελευταία στιγμή ήθελε ποδηγετημένη και ελεγχόμενη.
Το δυστύχημα είναι ότι ο εμπνευστής της επιμένει να την υπερασπίζεται, μη αντιλαμβανόμενος το μέγεθος της ζημιάς που προκάλεσε.
Και το χειρότερο είναι ότι διαστρέφει απολύτως την πραγματικότητα. Εχει βάλει τους υποτακτικούς του να φωνάζουν δεξιά – αριστερά ότι δήθεν τον ρίξανε τα συμφέροντα, ότι δεν το ήθελαν οι εκδότες, οι τραπεζίτες και όλοι οι κακοί του κόσμου τούτου.
Τα όσα έπραξε, τα αποτελέσματα που μπορεί να είχαν οι επιλογές του για την Ελλάδα, ότι ο κόσμος, οι ψηφοφόροι του κόμματός του τον έχουν εγκαταλείψει, ότι το μέχρι πριν ένα μήνα κυβερνών κόμμα έρχεται πέμπτο στις δημοσκοπήσεις στο λεκανοπέδιο της Αττικής και ότι από τα καμώματά του κινδυνεύει να διαλυθεί η δημοκρατική παράταξη, όλα αυτά δεν τα συλλογίζεται, ούτε τα συζητάει.

Κακά τα ψέματα, ο κ. Παπανδρέου αποδεικνύεται το μοιραίο πρόσωπο της παρούσης περιόδου.
Από την αρχή είχε προβλήματα κατανόησης και αντίληψης των συνθηκών. Ουδέποτε κατανόησε το βάθος της κρίσης, ούτε συνέλαβε το μέγεθος της απειλής για την οικονομία και τη χώρα.
Προσέγγισε κατά απόλυτα ελλειμματικό τρόπο το πρόβλημα της χώρας, ουδέποτε ασχολήθηκε συστηματικά μαζί του, μας πήγε από κρίση σε κρίση, πριν από ένα μήνα μάς έστειλε στα Τάρταρα και τώρα δυστυχώς επιμένει να συμπεριφέρεται σαν το πριγκιπόπουλο που του πήραν το παιγνίδι από τα χέρια.
Ο κ. Παπανδρέου απέτυχε παταγωδώς και οφείλει να αναλάβει πλήρως τις ευθύνες του, όπως θα συνέβαινε σε κάθε δημοκρατικό κόμμα στην Ευρώπη και στην Αμερική. Όπου αλλού, ένας ηγέτης με τέτοια επίδοση δεν θα στεκόταν ούτε μέρα.
Ο κ. Παπανδρέου επιμένοντας στης Ανατολής τα ήθη, στις αντιδημοκρατικές οικογενειοκρατικές και ιδιοκτησιακές δομές, βασανίζει και βασανίζεται.
Στη συνείδηση των πολιτών έχει αποτύχει και όσο ταχύτερα το αντιληφθεί τόσο καλύτερα για τον ίδιο, το κόμμα του και την ευρύτερη δημοκρατική παράταξη.

Οι ζαρτιέρες στη μάχη!

Ένας άνδρας που κατέρχεται στην πολιτική μπορεί να βάζει στόχους: θα γίνει υπουργός, πρωθυπουργός, πρόεδρος. Για τη γυναίκα δεν υπάρχουν αντίστοιχες λέξεις: δεν θα γίνει υπουργή, πρωθυπουργή, πρόεδρα.  Θα πρέπει να αποδεχτεί το αξίωμα στο αρσενικό καθώς η ίδια η γλώσσα δεν προβλέπει τέτοια ανέλιξη. Η γλώσσα έχει πολλά τερτίπια και οδηγεί συχνά σε παρανοήσεις. Είδαμε τι έγινε με την κυρία Εύα Καϊλή και τον κ. Σωκράτη Ξυνίδη. Θέλησε ο άνθρωπος να κάνει ένα κομπλιμάν και θα οδηγηθεί στο πειθαρχικό. Στο κάτω κάτω τι είπε; Αποκάλεσε τη συνάδελφό του «καλτσοδέτα», δημόσια, στη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας. Θα μπορούσε να είναι αγαπησιάρικο, αν ο βουλευτής Ξάνθης συνηθίζει να μιλάει έτσι όταν απευθύνεται στους οικείους του. Αν για παράδειγμα ως παιδί τρώγοντας μουσακά έλεγε στη μάνα του «γειά στα χέρια σου, καλτσοδέτα μου» ή αν καμαρώνει όταν προσφωνούν την κόρη του «ζαρτιέρα».

Η κυρία Καϊλή δεν θα προσπεράσει το περιστατικό. Φοβάται ότι σε επόμενη φάση κάποιος βουλευτής θα την προσφωνήσει «στηθόδεσμο» ή «κιλότα». Έτσι τα λένε και οι φεμινίστριες: αν γίνει ανεκτή η πρώτη προσβολή, θα υπάρξει και δεύτερη. Στο τέλος το θύμα της σεξιστικής επίθεσης πιστεύει ότι του αξίζουν οι χαρακτηρισμοί, βλέπει τον εαυτό του διαφορετικά. Η βουλευτίνα του ΠαΣοΚ λοιπόν θα ξαναζωντανέψει κομματικούς μηχανισμούς που βρίσκονται σε αδράνεια. Έστειλε επιστολή στην Επιτροπή Δεοντολογίας η οποία ουδέποτε έχει χειριστεί ανάλογη καταγγελία για σεξιστική συμπεριφορά. Μαζί με τον κ. Ξυνίδη εγκαλούνται άλλοι δύο βουλευτές, οι οποίοι μίλησαν υποτιμητικά για το πρόσωπό της. Πρόκειται για τον κ. Χάρη Καστανίδη ο οποίος αναφέρθηκε στο μικρό πολιτικό διαμέτρημα της κυρίας Καϊλή. Να υπενθυμίσουμε ότι ο κ. Καστανίδης πολιτεύτηκε σε εξίσου μικρή ηλικία και ότι οι δυο τους παλεύουν στην ίδια περιφέρεια, με την κυρία Καϊλή να αυξάνει ανησυχητικά τους ψηφοφόρους σε κάθε αναμέτρηση. Είπε λοιπόν ο Θεσσαλονικιός για τη Θεσσαλονικιά ότι είναι βαλτή, δηλαδή ότι δεν μπορεί από μόνη της να παράγει πολιτική σκέψη. Τρίτος κατηγορούμενος είναι κάποιος βουλευτής από τας Σέρρας, γνωστός στην τοπική κοινωνία, ο οποίος μίλησε εξίσου απαξιωτικά.

Η κυρία Καϊλή αντιδρά για να αφυπνίσει τις γυναίκες που υφίστανται προσβολές και υποτιμήσεις στο επαγγελματικό περιβάλλον εξαιτίας του φύλου τους. Ο σεξισμός επιβιώνει σήμερα στη μορφή που προσδιορίστηκε από τις φεμινίστριες τη δεκαετία του ΄60: Οι γυναίκες θεωρούνται βιολογικά υποδεέστερες, με λιγότερες δεξιότητες, άρα δεν δικαιούνται τις ίδιες ευκαιρίες ούτε τις ίδιες απολαβές. Όταν εντούτοις επιτυγχάνουν, κατηγορούνται ότι τα κατάφεραν χάρη στα γυναικεία θέλγητρα. Λένε ορισμένοι ότι από τέτοιες πρακτικές, από την παραπομπή στο πειθαρχικό, δεν υπάρχει αποτέλεσμα, ότι δηλαδή ο κ. Ξυνίδης θα διαψεύσει και οι άλλοι δύο ίσως ζητήσουν συγγνώμη, ίσως προβούν σε διορθωτικές δηλώσεις. Κι όμως, η αντίδραση της κυρίας Εύας Καϊλή έχει την αξία της, είναι από μόνη της κάτι. Όχι μόνο επειδή δεν κατεβαίνει στο επίπεδο των συναδέλφων της (δεν ασχημονεί, δεν προσβάλλει) αλλά γιατί φέρνει στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που έχει υποτιμηθεί από την ελληνική κοινωνία. Τούτων δοθέντων η κυρία Εύα Καϊλή είναι παλικάρι.